Διαλέγουμε στρατόπεδο και προχωράμε, αναθέτουμε σε άλλους να σκέφτονται για εμάς και ακολουθούμε ακρίτως.

Της Χριστίνας Γ. Αμερικάνου

Με ενοχλεί η έλλειψη αξιοκρατίας και σεβασμού: το να αναδεικνύονται ακατάλληλοι και να απαξιώνονται ικανοί. Νομίζω δε ότι αυτό είναι και το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα στη σύγχρονη Ελλάδα. Κατά ένα μεγάλο ποσοστό, οφείλεται στο ότι έχουμε πάψει να κρίνουμε προσόντα, ικανότητες, επαγγελματική επάρκεια και κρίνουμε βάσει «ταμπέλας». Οι δικοί μας, και οι άλλοι. Ο «αριστερός», ο «δεξιός», ο «Ολυμπιακός», ο «Παναθηναϊκός» κ.ο.κ. Ο εύκολος τρόπος των απανταχού προβοκατόρων να απαξιώσουν αντιπάλους και αποδυναμώσουν επιχειρήματα.

Δεν έχω καταλήξει ακόμα αν πρώτα ποδοσφαιροποιήθηκε η πολιτική ή πολιτικοποιήθηκε το ποδόσφαιρο. Ίσως να υπάρχει μία εγγενής τάση του ανθρώπου να ανήκει σε κλίκες και να προσδιορίζεται από αυτές. Αποτελεί όμως εξόχως ανησυχητικό φαινόμενο ότι πλέον κανείς μας δεν κρίνει ένα πρόσωπο επί της ουσίας. Κανείς μας δεν ακούει όσα έχει να πει ο «αντίπαλος». Βγάζουμε το συμπέρασμά μας προτού να ακούσουμε, ή προτού να δώσουμε μία ευκαιρία.

Είσαι πολιτικός; Φταις…

Είσαι δημοσιογράφος; Πουλιέσαι…

Είσαι Δημόσιος Υπάλληλος; Τεμπελιάζεις…

Είσαι η Ηριάννα; Καλά να πάθεις…

«Μα» ψελλίζει ο βαλλόμενος για να υπερασπιστεί εαυτόν, έρχεται όμως ο ιδιότυπος νέος φασισμός και του απαντάει: «δεν δικαιούσαι να μιλάς! Σε ξέρω!».

Η αλήθεια βέβαια είναι πως τίποτα δεν ξέρει. Καμώνεται πως γνωρίζει για να μην αναγκαστεί να ασχοληθεί. Αυτή η στρογγυλοποίηση της πραγματικότητας λυτρώνει από προβληματισμούς. Επίσης γλυτώνει από τύψεις. Φτιάχνει στο μυαλό ένα μοντέλο χειρισμού, αποδέχεται τα ερεθίσματα από αυτούς που ταυτίζεται, απορρίπτει ό,τι έρχεται από τους «άλλους» και ξενοιάζει.

Όλο και περισσότεροι, επεξεργάζονται όλο και λιγότερα, φτάνοντας σε συμπεράσματα (αυθαίρετα τις περισσότερες φορές αλλά ποιος νοιάζεται αλήθεια;), αρκεί να απεμπλέκονται από την επώδυνη διαδικασία της σκέψης που οδηγεί σε μονοπάτια άγνωρα σε αυτούς.

Δεν κρίνεις το τι, αλλά το ποιος. Απαξιώνεις και αρνείσαι τον διάλογο, αποφεύγεις να αντιπαρατεθείς γιατί βαθιά μέσα σου ξέρεις πως θα συντριβείς.

Δημιουργείς στεγανά, διατηρείς «ομάδες» και συντηρείς οπαδούς! Το παιχνίδι γίνεται ακόμα πιο εύκολο, γιατί το «ποίμνιο» τσιμπάει και υιοθετεί αβασάνιστα το διακύβευμα της δικής του «ομάδας». Έτσι οι μέτριοι αναδεικνύονται, οι φελλοί επιπλέουν και οι μη στρατευμένοι παλεύουν να εξηγήσουν τα αυτονόητα σε ένα κοινό που έχει μάθει να ακολουθεί πιστά τον αρχηγό της «φυλής» του.

 

…Έτσι, στη σκότεινη ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί·
σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας εύρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!

 

Απόσπασμα από το ποίημα του Κώστα Βάρναλη, Οι Μοιραίοι

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here